κατάσβεση


κατάσβεση
[каггазвэси] ουσ. в. тушение, гашение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατάσβεση" в других словарях:

  • κατάσβεση — η 1. σβήσιμο: Ασχολούνται με την κατάσβεση της φωτιάς. 2. κατάπαυση, κατασίγαση: Η αδυναμία των γενίτσαρων οφειλόταν στην κατάσβεση του θρησκευτικού και πολεμικού τους ενθουσιασμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατάσβεση — η (AM κατάσβεσις) [κατασβέννυμι] ολοκληρωτικό σβήσιμο («κατάσβεσις τῶν ἐμπιπραμένων», Δίων Κάσσ.) νεοελλ. κατάπαυση, καταστολή, κατασίγαση …   Dictionary of Greek

  • κατασβέσῃ — κατασβέσηι , κατάσβεσις putting out fem dat sg (epic) κατασβέννυμι put out aor subj mid 2nd sg κατασβέννυμι put out aor subj act 3rd sg κατασβέννυμι put out fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυροσβεστήρας — Συσκευή κατάλληλη για την κατάσβεση πυρκαγιάς περιορισμένης έκτασης. Χρησιμοποιούνται σήμερα π. σε διαφόρους τύπους και διαστάσεις, προσαρμοσμένοι για διάφορες συνθήκες περιβάλλοντος και για διαφορετικά καιόμενα υλικά. Η δράση τους, σε όλους τους …   Dictionary of Greek

  • πυροσβεστήρας — ο 1. μηχανισμός φορητός για την κατάσβεση φωτιάς. 2. όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας για την κατάσβεση των πυρκαγιών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγημα — Ομάδα ανδρών του πολεμικού ναυτικού επιφορτισμένη με την εκτέλεση κάποιας υπηρεσίας, στρατιωτικού ή τεχνικού χαρακτήρα. Έτσι, π.χ., το πυροσβεστικό ά. είναι ειδικά εκπαιδευμένο και επιφορτισμένο με την κατάσβεση πυρκαγιών. Το αποβατικό ά. εκτελεί …   Dictionary of Greek

  • άνθρακας — I (anthrax). Δίπτερο έντομο της οικογένειας των βομβυλιιδών. Πρόκειται για μεγάλη μύγα, που φτάνει σε μήκος τα 25 εκ. Έχει μαύρο σώμα με λέπια και τρίχες, πλατύ κεφάλι και προβοσκίδα που συνήθως είναι πολύ μακριά και λεπτή. Το θηλυκό γεννά τα… …   Dictionary of Greek

  • κατασβεστήρας — ο [κατασβέννυμι] μικρή φορητή συσκευή για την κατάσβεση πυρκαγιάς …   Dictionary of Greek

  • πυρκαγιά — Παλιά γραφή πυρκαϊά. Φαινόμενο καύσης περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένο, το οποίο προκαλεί ζημιές σε κτίρια, αποθήκες υλικών, δάση, μεταφορικά μέσα. Σε όλες τις περιπτώσεις, η καύσιμη ύλη που τροφοδοτεί την π. είναι το οξυγόνο της ατμόσφαιρας. Η… …   Dictionary of Greek

  • πυροσβέστης — ο, Ν 1. αυτός που σβήνει τη φωτιά 2. άνδρας που ανήκει στο οργανωμένο σώμα το οποίο έχει ως αποστολή και έργο του την κατάσβεση πυρκαγιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυρ, πυρός + σβέστης (< σβέννυμι «σβήνω»). Η λ. μαρτυρείται από το 1855 στον Ικ. Λάτρη] …   Dictionary of Greek